Πρόκειται για μια απόφαση-εντολή, που μετατρέπει τη Δικαιοσύνη
σε λογιστήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Αντί να προστατεύσει το Σύνταγμα και την
αξιοπρέπεια του πολίτη, το ΣτΕ επέλεξε να
θωρακίσει την κυβερνητική ατζέντα, βαφτίζοντας «νομιμότητα» την
οικονομική αφαίμαξη. Είναι πλέον σαφές ότι η κρίση δεν ήταν νομική αλλά καθαρά πολιτική,
προκειμένου να μην διαταραχθούν τα αιματηρά πλεονάσματα στις πλάτες των
εργαζομένων.
Το αποκορύφωμα της αδικίας συμπληρώνεται από την εμμονική διατήρηση
της εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας (2%). Ενώ το κράτος πανηγυρίζει
για την έξοδο από τα μνημόνια και την ανάπτυξη, αρνείται πεισματικά να καταργήσει
μια έκτακτη παρακράτηση που επιβλήθηκε στα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Η Δικαιοσύνη
κλείνει τα μάτια στο γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι συνεχίζουν να χρηματοδοτούν
«τρύπες» με χρήματα που στερούνται οι οικογένειές τους, την ώρα που η αγοραστική
τους δύναμη έχει εξαϋλωθεί από το συνεχές σφυροκόπημα της ακρίβειας.
Είναι προκλητικό να γίνεται λόγος για «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης»
όταν: Τα βασικά αγαθά και η ενέργεια έχουν μετατραπεί σε είδη πολυτελείας.
Ο δημόσιος υπάλληλος παραμένει ο μόνιμος και μοναδικός «αιμοδότης»
των δημοσιονομικών στόχων, χωρίς καμία ελάφρυνση.
Η αισχροκέρδεια καλπάζει ανεξέλεγκτη, ενώ η Δικαιοσύνη νομιμοποιεί
τη μόνιμη λιτότητα.
Η επίκληση του «δημοσίου συμφέροντος» και του «κόστους των 2
δισ.» χρησιμοποιείται ως πολιτικό άλλοθι για την καταπάτηση των εργασιακών κεκτημένων.
Όταν η Δικαιοσύνη ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις δημοσιονομικές σκοπιμότητες της
εκάστοτε κυβέρνησης, παύει να είναι ανεξάρτητη και μετατρέπεται σε έναν άψυχο
μηχανισμό επικύρωσης της φτώχειας.
Η απόφαση αυτή επικυρώνει μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης,
στέλνοντας το μήνυμα ότι για τον εργαζόμενο δεν υπάρχει πλέον κανένα θεσμικό
ανάχωμα απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και την πολιτική εξαπάτηση.

