Όλη μου τη ζωή νόμιζα πως είσαι αθάνατος. Πως ό,τι κι αν γινόταν, όσες καταιγίδες κι αν έρχονταν, εσύ θα στεκόσουν πάντα εκεί, ο πρώτος μου βράχος, η πρώτη και η τελευταία μου καταφυγή. Κι όμως, σήμερα νιώθω το σπίτι ολόκληρο να ραγίζει.
Ήσουν ο άνθρωπος της παρέας, η ψυχή κάθε τραπεζιού. Πόσες φορές δεν καθίσαμε μαζί για ένα τσίπουρο, για έναν καφέ σαν δύο αληθινοί φίλοι; Με τις ιστορίες σου από τα σκληρά πρώτα χρόνια της ξενιτιάς στη Γερμανία να ζωντανεύουν μπροστά μας και με το τραγούδι να σε συνοδεύει ασταμάτητα σε κάθε σου βήμα, σε κάθε σου αναπνοή. "Όπως λέει και το τάδε τραγούδι..." μου έλεγες πάντα στις κουβέντες μας ντύνοντας τη σοφία σου με στίχους. Κι όταν γύριζα σε σένα γυρεύοντας μια συμβουλή, με εκείνη την ήρεμη δύναμή σου υποβάθμιζες κάθε μου εμπόδιο, σαν να μου έλεγες με ένα χαμόγελο πως "δεν είναι τίποτα αυτό, προχώρα".
Το σπίτι μας δεν ήταν ποτέ σιωπηλό. Ήταν γεμάτο από τη φωνή σου, από τους ψαλμούς σου και το σιγομουρμούρισμά σου. Κάθε Κυριακή, πιστός στο αναλόγιο, έψαλλες από καρδιάς, ανιδιοτελώς, προσφέροντας τη φωνή σου χωρίς να ζητάς ποτέ αντάλλαγμα. Όπως ακριβώς φρόντιζες με αγάπη και μεράκι τις ελιές σου έτσι φρόντιζες κι εμάς. Με εκείνη την αρχοντιά του άντρα της παλιάς σχολής που ακόμα και την απέραντη αγάπη του για τη μάνα προσπαθούσε να την κρύψει πίσω από μια διακριτική, λεβέντικη συστολή.
Ψάχνω τη μορφή σου στους διαδρόμους προσδοκώντας πως θα σε δω να κάθεσαι στη γωνιά σου. Τώρα, αυτή η σιωπή αντηχεί πιο δυνατά από κάθε ήχο. Βρίσκω μόνο μια αβάσταχτη άδεια καρέκλα κι ένα τεράστιο "γιατί" που μου πνίγει τον λαιμό.
Πόσα "σ' αγαπώ" άφησα να καταπιεί η καθημερινότητα; Πόσες φορές προσπέρασα το βλέμμα σου, αυτό το ήσυχο, κουρασμένο βλέμμα, νομίζοντας πως ο χρόνος είναι ατέλειωτος; Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, έστω για μία μόνο ανάσα, δεν θα έλεγα κουβέντα. Θα έτρεχα κοντά σου, θα σε αγκάλιαζα σφιχτά και θα έσφιγγα δυνατά εκείνα τα χέρια που υπήρξαν το δικό μου καταφύγιο, τα χέρια που μου χάριζαν πάντα την απόλυτη σιγουριά πως ό,τι κι αν συνέβαινε εσύ ήσουν εκεί για να με κρατάς ασφαλή.
Μου έμαθες πώς να στέκομαι όρθιος αλλά δε με έμαθες πώς να ζω χωρίς εσένα.
Φεύγεις και παίρνεις μαζί σου τη σιγουριά μου, την παιδική μου ηλικία, τη μοναδική μας χημεία. Από σήμερα όποια πόρτα κι αν ανοίξω το σπίτι θα είναι λίγο πιο άδειο, ο αέρας λίγο πιο κρύος και η διαδρομή πιο μόνη. Όμως η μεγαλύτερη κληρονομιά που μου αφήνεις δεν είναι όσα είχες αλλά όσα έχτισες μέσα μου χωρίς να το καταλάβω.
Αναπαύσου, Πατέρα. Τώρα η φωνή σου θα ψάλλει και θα τραγουδά ανάμεσα στους αγγέλους. Τη δική σου λεβεντιά, τις αρχές σου και τις αναμνήσεις μας θα τα κουβαλάω σαν φυλακτό μέχρι να σε ξανασυναντήσω.
Σε ευχαριστώ για όλα. Σ' αγαπώ, κι ας άργησα να στο πω όσο δυνατά σου άξιζε. Καλό σου ταξίδι στο φως Πατέρα.
Καργιώτης Νίκος
